ἀδάρκη

ἀδάρκη
salt efflorescence on the herbage of marshes
fem nom/voc sg (attic epic ionic)
ἀδάρκης
salt efflorescence on the herbage of marshes
masc voc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἀδάρκῃ — ἀδάρκη salt efflorescence on the herbage of marshes fem dat sg (attic epic ionic) ἀδάρκης salt efflorescence on the herbage of marshes masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδάρκην — ἀδάρκη salt efflorescence on the herbage of marshes fem acc sg (attic epic ionic) ἀδάρκης salt efflorescence on the herbage of marshes masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδάρκης — ἀδάρκη salt efflorescence on the herbage of marshes fem gen sg (attic epic ionic) ἀδάρκης salt efflorescence on the herbage of marshes masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • adarce — (Del lat. adarce < gr. adarke.) ► sustantivo masculino Costra salina que se forma en los objetos que bañan las aguas del mar. SINÓNIMO [alhurreca] * * * adarce (del lat. «adarce», del gr. «adárkē») m. Costra salina que las aguas del mar dejan… …   Enciclopedia Universal

  • λίμνησις — λίμνησις, η (Α) [λιμνώ] η λιμνησία, η αδάρκη …   Dictionary of Greek

  • λίμνηστις — λίμνηστις, ήστεως, ἡ (Α) 1. το φυτό κενταύριο το μέγα 2. η λιμνησία,* η αδάρκη. [ΕΤΥΜΟΛ. < *λιμνηστής < *λιμνηδτής < λίμνη + ηδ τής (< ἔδω «τρώγω»), πρβλ. κριμν ήστις] …   Dictionary of Greek

  • λίμνηστρον — λίμνηστρον, τὸ (Α) λιμνησία*, αδάρκη. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού λιμνηστρίς, κατά τα ουδέτερα σε ον] …   Dictionary of Greek

  • λιμνήσιος — α, ο (Α λιμνήσιος, ία, ον) [λίμνη] νεοελλ. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε λίμνη ή προέρχεται από λίμνη («λιμνήσια ψάρια») αρχ. 1. (το αρσ. ως κύριο όν.) ὁ Λιμνήσιος ονομασία βατράχου στη Βατραχομυομαχία 2. (το θηλ. και το ουδ. ως ουσ.) ἡ… …   Dictionary of Greek

  • λιμνήστινον — λιμνήστινον, τὸ (Α) [λίμνηστις] φάρμακο παρασκευασμένο από λιμνησία*, από αδάρκη …   Dictionary of Greek

  • λιμνηστρίς — λιμνηστρίς, ίδος, γεν. και λημνίτιδος, ἡ (Α) λιμνησία,* αδάρκη. [ΕΤΥΜΟΛ. < *λιμνηστήρ + επίθ. τρις (πρβλ. αρυστήρ: αρυστρίς)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.